Βενετία

Βενετία
η г. Венеция;
тж. Ένετία

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "Βενετία" в других словарях:

  • Βενετία — I (Venezia). Πόλη (275.368 κάτ. το 2000) της βορειοανατολικής Ιταλίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (2.460 τ. χλμ., 815.009 κάτ.) και της διοικητικής περιοχής Βένετο (βλ. λ.), στο βορειοανατολικό γεωγραφικό διαμέρισμα. H πιο χαρακτηριστική… …   Dictionary of Greek

  • Ζήνος, Απόστολος — (Βενετία 1688 – 1750). Λόγιος. Καταγόταν από την Κρήτη. Από πολύ νέος ασχολήθηκε με τα γράμματα και δημοσίευσε άρθρα στην εφημερίδα της Βενετίας Galleri di Minerva. Από το 1710 έως το 1718 εξέδιδε το περιοδικό Giornale de Litterati και ασχολήθηκε …   Dictionary of Greek

  • Μπαζαΐτης, Μάρκος — (Βενετία 1470 – 1525). Έλληνας ζωγράφος της Βενετίας. Λαθεμένα είχε επικρατήσει να τον θεωρούν Δαλματό ή Αλβανό, αλλά ο Α. Κουάντρι στο βιβλίο του Οκτώ μέρες στη Βενετία (1844), αναφέρει ότι ο Μ. καταγόταν από ελληνική οικογένεια εγκατεστημένη… …   Dictionary of Greek

  • Ζαννετίνος, Διονύσιος — (; – Βενετία 1566). Καθολικός κληρικός και λόγιος από την Κρήτη. Διετέλεσε επίσκοπος Κέω και Κύθνου και, αργότερα, Χερρονήσου και Μυλοποτάμου Κρήτης. Το 1555 παραιτήθηκε από το αξίωμα και εγκαταστάθηκε στη Βενετία όπου και πέθανε. Ο Z.,… …   Dictionary of Greek

  • Αβράμιος, Ιωάννης — (Βενετία 1670 – Βιέννη 1718).Λόγιος και ιερωμένος, κρητικής καταγωγής. Σπούδασε αρχαία ελληνικά και λατινικά. Υπήρξε εφημέριος της ελληνικήςεκκλησίας της Βενετίας, εργάστηκε στα ελληνικά τυπογραφεία της πόλης ως διορθωτής εκκλησιαστικών βιβλίων… …   Dictionary of Greek

  • Κόκκος, Ιάκωβος — (Βενετία ; – 1453). Ναυτικός. Έδρασε ως πλοίαρχος γαλέρας κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους. Στις 2 Δεκεμβρίου 1452 κατόρθωσε να διασπάσει με δόλο τον αποκλεισμό του τουρκικού στόλου, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και… …   Dictionary of Greek

  • Όδδης, Φερδινάνδος — (Βενετία 1836 – ;). Λόγιος. Ήταν Ιταλός αλλά τα φιλελληνικά του αισθήματα ήταν έκδηλα. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Κεφαλονιά, όπου φοίτησε στο εκεί Αγγλοϊονικό λύκειο. Αργότερα συμπλήρωσε τη μόρφωση του στην Ιταλία. Το 1869 εγκαταστάθηκε… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Βένετο — I (Veneto ή Venézia Euganea). Ιστορική και διοικητική περιφέρεια (18.365 τ. χλμ., 4.487.560 κάτ. το 2000) της ΒΑ Ιταλίας, στο ΒΑ γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας. Διοικητικά αποτελείται από επτά επαρχίες: Μπελούνο, Πάντοβα, Ροβίγκο, Τρεβίζο,… …   Dictionary of Greek

  • πάλμα — (Palma). Επώνυμο 2 Ιταλών ζωγράφων. 1. Γιάκοπο, ο Πρεσβύτερος (Σερίνα, [Μπέργκαμο] περ. 1480 – Βενετία 1528). Εργάστηκε στη Βενετία στα πρώτα χρόνια του 16ου αι. και επηρεάστηκε από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της εποχής (Τζοβάνι Μπελίνι,… …   Dictionary of Greek

  • Τιέπολο, Τζαμπατίστα — (Tiepolo, Βενετία 1696 – Μαδρίτη 1770). Ιταλός ζωγράφος. Μαθήτευσε στο εργαστήριο του Γκρεγκόριο Λατζαρίνι, γρήγορα όμως άρχισε να εργάζεται για δικό του λογαριασμό, επηρεαζόμενος περισσότερο από τον Τζαμπατίστα Πιατσέτα και τον Σεμπαστιάνο Ρίτσι …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»